Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πεζά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πεζά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

14 Ιαν 2017

Μάρτης του '87

Κοντά 30 χρόνια, η 10.901 μέρες περάσανε από τότε που ξαναπερπάτησα αυτόν τον δρόμο. ΑηΓιάννη – Μούρεσι. Τότε, με πολύ Χιόνι! Και την ανάγκη να πιέζει. Τόσο πολύ Χιόνι, που το σημερινό δείχνει και είναι σχεδόν τίποτα. Μια ομορφιά τις πρώτες μέρες, πολύς ο μπελάς τις υπόλοιπες. Άκου:

2 Μαρτίου το 1987 Καθαρή Δευτέρα. Καλοκαίρι στο Βόλο. Γυαλί, βόλτα, τσίπουρα με τον μπατζανάκα, χαρταετό στις Αλυκές, χαχαμπούχα και άλλα τέτοια των αρραβωνιασμένων. Την άλλη μέρα, 

Τρίτη 3/3, ξεκίνησα με τον Γέρο, για το χωριό, για το κτήμα. Τσάκνα, φωτιές, υπόλοιπο κλάδεμα, και τέτοια. Σαν περάσαμε τα Χάνια, ψιλόβροχο, μούσγα και σύννεφο. Με μια φωνή ξαναείπαμε το χιλιοειπωμένο “άλλος θεός απ’ εδώ!” και σταθήκαμε στην Μακρυράχη. Γεμάτο το καφενείο. Κεραστήκαμε και κεράσαμε. Στον ΑηΓιάννη, η γνωστή παγωμένη υγρασία, στην ‘αίθουσα” το μεγαλούτσικο μακρύ δωμάτιο με την σόμπα τα 2 κρεβάτια και την τβ πάνω στην σιφινιέρα. Τα άλλα δωμάτια, το ίδιο και χειρότερα. Τα σεντόνια σαν βρεμένα. Ανάψαμε τις σόμπες φάγαμε οτι είχαμε από τον Βόλο και την πέσαμε.

Τετάρτη 4/3, ξύπνησα από την ησυχία. Επικρατεί μια ιδιαίτερη ησυχία, όταν χιονίζει. Μαθαίνεις και την αναγνωρίζεις με τα χρόνια. Κοιτάω και σιγουρεύω. Χιονίζει. Μπαμπακούλα. Φωτιές, καφέ και έξω. Σίγησα τις γαρδένιες, τις καμέλιες, την μπουκαμβίλια, το γιασεμί, την νεραντζιά, τις μανταρινιές, τις λεμονιές. Οι πορτοκαλιές, μεγάλα δένδρα, δεν σιγιότανε, τις άφησα να τα βγάλουν πέρα μόνες τους. Τέλειωσε το θέμα καφές, ο Γέρος χάραξε και μούλιασε γίγαντες, κουζίνα και “αίθουσα” πήρανε να ζεσταίνονται και βγήκα έξω και ξανασίγησα. Τις γαρδένιες, τις καμέλιες, την μπουκαμβίλια, το γιασεμί, την νεραντζιά, τις μανταρινιές, τις λεμονιές. Φάγαμε το φαί μας, ήπιαμε το κρασί μας, την πέσαμε. Σαν έσωσε η σιέστα, κοιτάω έξω, ένα γόνα το χιόνι. Πριν σουρουπώσει, αλλά μετά τον καφέ, βγήκα και ξανασίγησα. Τις γαρδένιες, τις καμέλιες, την μπουκαμβίλια, το γιασεμί, την νεραντζιά, τις μανταρινιές, τις λεμονιές.  Οι φωτιές καίγανε, έξω χιόνιζε. Τ’ απόγεμα τσάι και συμπάθεια. Βιβλίο. Ειδήσεις. Ύπνο.

Πέμπτη 5/3 ξύπνημα από την Απόλυτη ησυχία. Και ένα Φως! Γενικό! Τεντώνοντας τ’ αφτί, έπιασα τον φλοίσβο και το τσικ της τσίχλας. Χιόνιζε. Φωτιές, καφέ και έξω. Αλλά δεν σίγησα τα φυτά. Δεν είχε νόημα. Ήταν πια μισοθαμένα. Ο Γέρος έβαλε ρεβίθια. Ρέγγα, ελιές, κρασί και ψωμί είχαμε. Οι φωτιές καίγανε, έξω χιόνιζε. Τ’ απόγεμα τσάι και συμπάθεια. Βιβλίο. Κείνο τον καιρό, τι μ’ έπιασε και είχα μαζί μου βιβλίο Ταρό και τράπουλα! Μέχρι να τελειώσει το χιόνι έγινα εκσπέρ! Ειδήσεις. Ύπνο.

Παρασκευή 6/3, καρμπόν. Ξύπνημα από την Απόλυτη ησυχία. Και ένα Φως! Γενικό! Τεντώνοντας τ’ αφτί, άκουσα την θάλασσα φουσκωμένη. Και το τσίκ της τσίχλας. Η αυλή, επίπεδη, με μικρά εξογκώματα δώθε κείθε. Ο Γέρος έβαλε ρύζι στα ρεβίθια. Τα πάντρεψε. Εννοείτε καυτερά! Ρέγγα, ελιές, κρασί και ψωμί είχαμε Οι φωτιές καίγανε, έξω χιόνιζε. Τ’ απόγεμα τσάι και συμπάθεια. Βιβλίο. Ειδήσεις. Ύπνο.

Σάββατο 7/3 Ξύπνημα από την Κυρά Σοφία! Την γεροντοκόρη γειτόνισσα! Άκουγε την στέγη της να τρίζει και φοβήθηκε! Τα μάζεψε και ήρθε απ’ εδώ! Κοιμότανε μαζί με τον Γέρο δίπλα στην σόμπα όλες τις υπόλοιπες μέρες, μέχρι που φύγαμε. Τραχανάς με λουκάνικα. Ρέγγα, ελιές, κρασί είχαμε. Έξω χιόνιζε! Το χιόνι μέτρο. Τ’ απόγεμα τσάι και συμπάθεια. Ιστορίες από την Κυρά Σοφία. Βιβλίο. Ειδήσεις. Ύπνο.

Κυριακή 8/3 ο Γέρος ξεπάγωσε πατσαρίσια. Καθάρισε και ένα βουνό κρεμμύδια, Πατσαρίσια γιαχνί! Φούλ στο καυτερό. Έφτιαξε και λαδοπιταστή. Ρέγγα, ελιές, κρασί είχαμε. Η Κυρά Σοφία, δεν έφαγε από το καυτερό, είχε κάτι δικό της. Έξω χιόνιζε! Το χιόνι μέτρο και. Τ’ απόγεμα τσάι και συμπάθεια. Ιστορίες από την Κυρά Σοφία. Βιβλίο. Ειδήσεις. Ύπνο.

Δευτέρα 9/3. Οι φωτιές καίγανε, έξω χιόνιζε. Φαΐ από χθες. Ρέγγα, ελιές, κρασί είχαμε. Η Κυρά Σοφία, δεν έφαγε από το καυτερό, έβρασε τραχανά, συν τυρί κατσικίσιο του τσοπάνη! Αλάτι φουλ, η πίεση αμέτρητη. Αλλά τι να κάνει που φοβότανε την στέγη από το σαράυ της. Χρόνια μετά ο Λάκης την επισκεύασε. Τηλέφωνο γιοκ. Το ρεύμα κόπηκε. Κόπηκαν και οι ειδήσεις. Εμφανίστηκε στο Ακρογιάλι ο Αρωνιάδας! Ο ωραίος ως Έλλην και ως τσολιάς στ’ ανάκτορα, με τα τσιγκελωτά μουστάκια! Ο μετέπειτα Οπάλιο και άλλα. Πανικόβλητος, οτι δεν άντεξε μόνος στο σπίτι εκεί πάνω, στου Αγαπητού κοντά, στο συγκρότημα Γιαμάκου. Και από κεί και μετά κοιμότανε στου Σουλδάτου. Τ’ απόγεμα τσάι και συμπάθεια. Βιβλίο. Ύπνο.

Τρίτη 10/3 Οι φωτιές καίγανε, έξω χιόνιζε. Ήρθε ο Πάρνος από το θερμοκήπιο, στου Σουλδάτου (πρώτη χρονιά που άνοιξε το Ακρογιάλι και το κράτησε ανοιχτό το χειμώνα! ) και ζήτησε βοήθεια. Πήγα με τον Δημήτρη τον Στέλλο και κουβαλήσαμε επί ώμου, καμιά 50αριά τσουβάλια ελαιοπυρήνα που έκαιγε στον καυστήρα του θερμοκηπίου του. Μεγάλο θερμοκήπιο, γυάλινο. Πάνω από την Χανθ. Μας κέρασε. Μας ευχαρίστησε. Σώθηκε. Ο Γέρος πήρε να ζυμώσει. Η Κυρά Σοφία πήρε να μας κάνει πίτα. Κολοκυθόπιτα αλμυρή. Ρέγγα, ελιές, κρασί, ψωμί, είχαμε.. Το χιόνι, χιόνι. Τ’ απόγεμα τσάι και συμπάθεια. Ιστορίες από την Κυρά Σοφία. Βιβλίο. Ύπνο.

Τετάρτη 11/3 Οι φωτιές καίγανε, έξω χιόνιζε. Περπάτησα δίπλα στο κύμα, για την ευκολία μου, προς την Πλάκα. Ανέβηκα με κόπο, κολυμπώντας στο χιόνι ως την μέση, στο καλύβι του Μπάρμπα Αργύρη του Ζάχαρη. Να δω τι κάνει, τον είχα έννοια. Τον βρήκα να έχει στήσει πλακωτούρα, και να μαζεύει πουλιά. Μάδημα και στην φωτιά. Έκαιγε ολόκληρα κλωνάρια ελιά από τα κλαδέματα. Ήταν χλωρή και κάπνιζε. Σταγαδωμένο το καλύβι. Έτρωγε πουλιά και έπινε το γνωστό ξινό φραουλί. Έφαγα πουλιά, ήπια φραουλί και εγώ. Μια χαρά ήταν, τον ασπάστηκα και γύρισα πίσω. Τ’ απόγεμα τσάι και συμπάθεια. Ιστορίες από την Κυρά Σοφία. Βιβλίο. Ύπνο.

Πέμπτη 12/3 Οι φωτιές καίγανε, έξω χιόνιζε. Αναταραχή στο Ακρογιάλι! Φέρανε από τον Κισσό ένα παιδί, τον Βασιλάκι,  οτι είχε μεσογειακή και έπρεπε θυσία πάση να βάλει αίμα. Έβαζε κάθε 10 μέρες ξέρω γω. Ήρθανε 5-6 Κισσιώτε με κύκλα, το παιδί σε αυτοσχέδιο φορείο, και ο πατέρας, ο Άλκης. Στην αρχή ήτανε να ‘ρθει πλοίο πολεμικό, αλλά που να πιάσει. Η φουρτούνα μεγάλη. Κίνησε από τον Βόλο ένα άρμα του στρατού να τον πάρει. Όχι αυτά με το κανόνι! Τα άλλα, τα κουτιά! Και είμαστε όλοι έξω μπροστά στα Μανινέικα και έρχεται το άρμα! Με φόρα! Οτι ο οδηγός τα είχε δει όλα, 60 χιλιόμετρα χιόνι κι ήτανε θολωμένος! Με το που μας βλέπει, τραβάει ένα γερό φρενάρισμα από την δεξιά ερπύστρια, φέρνει σφούρλα το άρμα, περνάει ξυστά απ’ την βάρκα του Τζοάνου, ο δόκιμος στον πύργο, εδώ να πέσει, εκεί να πέσει, στάθηκε με τα πολλά και το άρμα γύρισε κατά το Αιγαίον! Πέσανε τα χειροκροτήματα και τα ζήτω και τα κονιάκια στα φαντάρια, φορτώσαμε το παιδί, μπαίνει και ο πατέρας και δρόμο για το Μούρεσι και τον Βόλο! Να προκάνουμε.... μπήκαμε στον Ακρογυάλι για τα κονιάκια του ενθουσιασμού! Δεν πέρασαν 10 λεφτά, έρχεται ο φαντάρος. Το άρμα κόλλησε, στο κάμπιγκ! Οτι το χιόνι ήτανε δυό μέτρα! Να πάει κάποιος στο Μούρεσι να ειδοποιήσει, να κατέβει η μηχανή η μεγάλη που φέρανε από την Κατάρα και κόβει τώρα δα στο Μούρεσι! Οτι δεν πιάνει ο ασύρματος! Κίνησα και πήγαινα. Ήμουνα εκεί στου Ιατρίδη, κει που είναι ένα καλύβι με τούβλα, μεσ’ τον δρόμο, όταν άκουσα το άρμα να έρχεται. Είχε ξεκολλήσει. Ο Δόκιμος με χαιρέτισε στρατιωτικά. Του απάντησα με το V της Νίκης! Μετά μάθαμε οτι το προλάβανε το παιδί, τον Βασιλάκι. Χρόνια μετά πέθανε, απ’την αρρώστια του. Μεσογειακή. Τ’ απόγεμα τσάι και συμπάθεια. Ιστορίες από την Κυρά Σοφία. Βιβλίο. Ύπνο. 

Παρασκευή 13/3 10 μέρες μέσα! Οι φωτιές καίγανε, έξω χιόνιζε. Ο Γέρος μαγείρευε. Η Κυρά Σοφία μουρμούραγε ( για να μην κλειδωστομιάσω, έλεγε ) Ρέγγα, ελιές, κρασί, ψωμί, είχαμε. Τ’ απόγεμα τσάι και συμπάθεια. Ιστορίες από την Κυρά Σοφία. Βιβλίο. Ύπνο.

Σάββατο 14/3 ακούσαμε οτι η μηχανή έφτασε στον Κατσαγκλά, και πάει για Μαυρούτσα! Οι φωτιές καίγανε, έξω χιόνιζε. Ο Γέρος μαγείρευε. Η Κυρά Σοφία μουρμούραγε ( για να μην κλειδωστομιάσω έλεγε ) Ρέγγα, ελιές, κρασί, ψωμί, είχαμε.. Τ’ απόγεμα τσάι και συμπάθεια. Ιστορίες από την Κυρά Σοφία. Βιβλίο. Ύπνο.

Κυριακή 15/3 πήρε και σταμάτησε. Ακούσαμε οτι πέρασε η μηχανή για Ανήλιο. Οι φωτιές καίγανε, Ο Γέρος μαγείρευε. Η Κυρά Σοφία μουρμούραγε ( για να μην κλειδωστομιάσω, έλεγε ) Ρέγγα, ελιές, κρασί, ψωμί, είχαμε.. Τ’ απόγεμα τσάι και συμπάθεια. Ιστορίες από την Κυρά Σοφία. Βιβλίο. Ύπνο.

Δευτέρα 16/3 πήρα και ξεχιόνισα το αγροτικό. Κατέβηκε ΑηΓιάννη μια μικρή μηχανή. Κάναμε ένα κομβόι 3-4 αυτοκίνητα. Τον Καραουλάνη θυμάμαι με το Lada τότε και σκοινιά στις ρόδες. Και τ’ αδέρφια από την Αρμονία, τους Νταλιάνηδες. Τους άλλους δεν τους θυμάμαι. Εγώ είχα αλυσίδες. Η κυρά Σοφία, δεν θυμάμαι που πήγε. Εμείς κινήσαμε και σε μισή μέρα φτάσαμε Βόλο.

Κανα δυό μέρες μετά που ξάνοιξε ο καιρός, μάθαμε οτι πήγε ο Λεβέντης , ο πρόεδρος, με ελικόπτερο, και μοίρασε κονσέρβα και κρέας ευρωπαϊκό κατεψυγμένο. Πήδησε απ’ το ελικόπτερο πριν πιάσει άμμο, δεν τα υπολόγισε καλά, στραμπούλιξε το ποδάρι του. Μας κράτησε η κυρά Σοφία, από το ευρωπαϊκό και σαν γυρίσαμε το κάναμε λουκάνικα.

Γαρδένιες γιόκ, καμέλιες οκ! Άγριο πράμα, τι να πάθει. Η μπουκαμβίλια, το γιασεμί, κάηκαν πατόκορφα. Η νεραντζιά, οι μανταρινιές, οι λεμονιές καήκανε αλλά απολύσανε άγριο.
Οι πορτοκαλιές, μεγάλα δένδρα, τα βγάλανε πέρα μόνες τους. 

Καλά περάσαμε. :)

23 Αυγ 2014

to know us better που λέμε και στο χωριόμ! :)

Γεννήθηκα στο χωριό Ανήλιο, το '60. σε σπι­τικό φτιαγμένο από τους παππούδες το 1935, όταν άφησαν την Αίγυπτο και μ' ένα καλό κομπόδεμα ήρθαν να μείνουν μόνιμα στα χώματά τους. χρη­σιμοποίησαν και δομικά υλικά από παλαιότερο πύργο που είχε καταρρεύσει, σε διπλανό οικόπεδο. Τα μεγάλα δοκάρια της στέγης είναι αυτού του πύργου, καθώς καστανιά κομμένη στο σωστό φεγγάρι είναι"απέθαντη". Το σπίτι, τυπικό των Ελληνικών χωριών , διώροφο, απλό στην μορφή του, ένας κύβος ουσιαστικά με την είσοδο στον επάνω κατοικήσιμο χώρο και παράθυρα εκατέρωθεν της εισόδου, στα δυο δωμάτια.

Αριστερά από το ευρύχωρο χωλ, το χειμω­νιάτικο (ανατολικό)με το τζάκι και τα δυο μεγάλα κρεβάτια,το μόνο με θέρμανση.
Σ'αυτό στρωνόταν το τραπέζι το χειμώνα, γι­νότανε τα νυχτέρια με τους γειτόνους, στο περβάζι του παράθυρου διάβαζα τα μαθήματά μου και κοιμόταν η γιαγιά και εγώ. Ήταν το κυρίως καθιστικό. Το δεξί που άνοιγε στις γιορτές μόνο, το σαλόνι ας πούμε,το μπαλκόνι του έβλεπε ανάμεσα απ'τα φύλλα της συκιάς το απέναντι χωριό και το πέλαγος.

Πιο μέσα (βόρεια) ο ξενώνας με το μεγάλο σιδερένιο κρεβάτι και την συφινιέρα, γεμάτη στα πάνω συρτάρια, με αντικείμενα "μαγικά" όπως: κιάλια, μετάλλια πολεμικά, γυναικείο άρωμα και πούδρες, πένες κονδυλοφόρους, μελάνια, χτένες, φωτογραφίες και αλληλογραφία των αδερφών, στην Αλεξάνδρεια και στο Χαρτούμ χαρτοκόπτες από ελεφαντόδοντο και μύρια όσα άλλα.

Εκεί κρέμοντανε σε γάντζους από το ταβάνι τα δίχτυα με τα φιρίκια (...η υπέροχη μυρωδιά τους), τα μπελονιαστά φασόλια, πιπεριές, κρεμμύδια, σκόρδα και τα μανιτάρια για το χειμώνα. Παλιότερα στέγαζε τα καματερά (μεταξοσκώληκες - σηροτροφία) που δεν τα πρόλαβα. Μετά από χρόνια, στο γυμνάσιο ήμουν, έφτιαξα και εγώ μια γενιά, έτσι για το χάζι μου.
Ακριβώς απέναντι από την είσοδο στο βάθος του χωλ ενα καμαράκι με παράθυρο στην πλαγιά του βουνού όπου κοιμότανε οι γονείς.

Και τέλος (δυτικά) η κουζίνα που και αυτή έβλε­πε στο βουνό.
Με τις φουφούδες και το μπουχαρί τους, το μπαούλο το καρυδένιο, ένα μικρό νεροχύτη και τραπέζι, το γκιούμι για το νερό. Ανάμεσα στα δυο δωμάτια και η ξύλινη στριφτή σκάλα που κατέβαινε στο κατώι-ισόγειο. Το κατώι ήταν αβέρτο και η μεσοτοιχία χώριζε τις χρήσεις. Στη μεριά της σκάλας-εισόδου, αποθηκευτικός χώρος – ξύλα, ξερό κλαδί για τα ζώα στις μέρες του χιονιού, τσουβάλια με γεννήματα,και στο χώρο κάτω από τον ξενώνα το μαντρί.

Κάτω από την κουζίνα στο τελείωμα της σκάλας είχαν χωρίσει δυο μικρούς χώ­ρους, ο ένας ήταν η τουαλέτα, πράγμα μοναδικό σχεδόν στο χωριό, συνήθως ήταν έξω από τα σπίτια, και ένα αποθηκάκι θεοσκότεινο-καρβουναποθήκη- όπου φοβέριζαν να με κλείσουν μέσα προς συμμόρφωση και μου πήγαινε τρεις και πέντε. Αριστερά από την σκάλα κατεβαίνοντας τα πιθάρια του λαδιού,το φανάρι, το πετρέλαιο για τις λάμπες. ηλεκτρικό δεν είχαμε, ήρθε το '67.

Εφαπτόμενο στο ισόγειο ήταν το φουρναργιό-καλοκαιρινό μαγει­ρείο με μεγάλο και μικρό φούρνο,πυροστιές, πινακωτές, φουρνόφτυα­ρο,που έκανε και για τον αποχιονισμό της στέγης και κάτω απ'τον μεγάλο φούρνο ,ναι ναι, το κοτέτσι. Σε μια επίθεση αλεπούς , όσες κότες σώθηκαν δεν κατέβαιναν απ'τις περαστές της σκεπής με τίποτα. Καύσιμη ύλη για φούρνο και μαγείρεματα τσάκνα απ'τις κρεμάλες των ζώων, δηλαδή καστανιά, αράδι. Αργότερα και πετρέλαιο στην γκαζιέ­ρα.

Στο έμπα της αυλής, ξέχωρα από το υπόλοιπο σπίτι, ήταν το κρασοκάτωγο. Με το πατητήρι, το μεγάλο βαρέλι του κρασιού, τα μικρότερα γιοματάρια, τραμιτζάνες, το ρακοκάζανο,τα εργαλεία, τσαπιά, τσεκούρια, πριό­νια, καρμανιόλες, κύκλα για το χιόνι, το πανί, τα κουπιά και η λα­γουδέρα της βάρκας και τα παρελκόμενα για το πάτημα της ελιάς.

 Όταν λέω μεγάλο βαρέλι, το εννοώ,πάνω από δυόμισι χιλιάδες λίτρα και άνοιγμα ικανό να μπει άνθρωπος για τον καθαρισμό του. Κλασικό χωρατό, απ'τον Βοκάκιο ακόμη, το να μπει μέσα ζευγάρι τάχατε για να σώσουν μια ώρα αρχύτερα, δεν είναι καθόλου υπερβολικό, και τι ωραία που μύριζε...

Κείνους τους καιρούς το κρασί ήταν αναπόσπαστο μέρος της διατροφής, πηγή ενέργειας, απαραίτητο συμπλήρωμα, καθώς και το τσίπουρο. Κάθε εργάτης πηγαίνοντας για το στρέμμα (σκάψιμο - κάθε χειμώνα τα χτήματα σκαβότανε από άκρη σε άκρη) περνούσε και έπαιρνε μια οκά (1,280 γρ.) για ενίσχυση του κολατσιού του. Κάθε σπίτι λοιπόν είχε ένα αμπέλι σε προσήλια, με φτενότερο χώμα θέση στο χτήμα, που ακόμη και μετά το χτύπημα της φυλλοξέρας το '42, κράτησε το χαρακτηρισμό, και βέβαια την κληματαριά στην αυλή του σπιτιού, με τον μεγάλο ξύλινο καναπέ από κάτω, που τους έδιναν τόσο η και περισσότερο κρασί. Τα κλήματα ήταν κυρίως ένα ημιάγριο είδος, Φράουλα το λέμε, Ιζαμπέλα ακούω να το λένε σε άλλα μέρη, δεν θέλει πολύ λάτρα και έδινε ένα κρασί σαν τον Θασί­τικο που βρίσκουμε σήμερα στις κάβες. Ακόμα Ροϊδίτες και λίγα Μο­σχάτα. Μέχρι το πάσχα περίπου τους έβγαζε πέρα. Μετά αγόραζαν, όσοι μπορούσαν, απ'τα εμπορικά του Αη Γιάννη, εισαγωγές από Κάρυ­στο, Γιάλυτρα. Aλλιώς περίμεναν το καινούργιο. Mε τέτοια λαχτάρα και όρεξη, ώστε προτού καν πάψει ο βρασμός τραβούσαν και έπιναν. Σαν το τραβούσαν με το καλό, μετά από παραμονή ενός μήνα περίπου με τα στέμφυλλα, ρίχνανε μέσα λίγο νερό τα ξέπλεναν δηλαδή και παίρνανε το λάγγερο που το πίνανε πρώτο, μέ­χρι να καθαρίσει το καλό, και για να φτουρήσει λίγο περισσότερο.

"Απ'τον τύλο να βγαίν'.. κιότ' νάναι" έλεγε η γειτόνισσα κυρά-Βασιλική η Κρασάκενα (παρατσούκλι όπως και το μεθούκλω) με τ' όνομα. Μετά, Νοέμβριο πια, ήταν η ώρα για το τσίπουρο.

Νερό μέσα στο σπίτι δεν είχαμε. Κατά το '72, αφού φύγαμε για τον Αη Γιάννη, φτιάχτηκε το πρώτο υποτυπώδες δίκτυο. Κουβαλούσαμε απ'την βρύση της γειτονιάς, μεγάλη ωραία βρύση, με δυο παραθύρες όπου τα Φώτα απίθωναν, αξημέρωτα, προσφορές οι γειτόνοι, σε ποιόν; στο πνεύμα της πηγής βέβαια, εν έτη 1960...

Κείνα τα χρόνια αν έλεγες σε άνθρωπο πως σε λίγο θα αγοράζεις νερό απ' τα περίπτερα θα σε μούτζωνε στα σίγουρα.

Κρύο νερό το καλοκαίρι, ζεστό το χειμώνα, μ'άλλα λόγια βαθιά πηγή με σταθερή θερμοκρασία νερού και εξαιρετικής ποιότητας. Η κατασκευή της βρύσης ήταν τέτοια που μαζευόταν το νερό , μια στερνίτσα, και με τακτική σειρά οι γειτόνοι ποτίζαν τον μπαχτσέ τους. Ο δικός μας ήταν ανάμεσα στη βρύση και το σπίτι.
Καθώς λοιπόν μια δουλειά μου ήταν να είναι το γκιούμι γιομάτο και εγώ μικρός δεν το σήκωνα, έκανα πολλές στράτες με ένα μικρότερο δοχείο, μια πατσούρα. Άλλη μια βρύση ήταν κοντά στο σπίτι, αλλά με κατώτερο νερό, άλλη φλέβα, βαλτονέρι. ο πατέρας σαν έτρωγε ήθελε φρέσκο νερό απ' την πάνω βρύση, και αν του έφερνα απ΄την άλλη για να μην βγω τον ανήφορο το καταλάβαινε και ποιος τον άκουγε!.

Άλλα χρόνια. Τότε κάθε σπιτικό σε μεγάλο βαθμό ήταν αυτάρκες. Ακριβώς το αντίθετο από τα σημερινά (για τα χωριά λέω... για τις πόλεις, επιδρομή στο Market και όποιος προλάβει...). Έπρεπε στην διάρκεια της άνοιξης και του καλοκαιριού να φροντίσουν και να συγκεντρώσουν ότι θα χρειαζόταν για να βγάλουν το χειμώνα. Η λεγόμενη σνέμπασ'. Τυρί με γάλα στο καδί και με αρμύρα στις τζάρες, ελιές, φασόλια, πατάτες, καλαμπόκι, κρεμμύδια, σκόρδα, τουρκάκια, τραχανάδες, λουκάνικα, παστά, κρασί, λάδι, αλάτι, καρύδια, μανιτάρια, κάστανα, μήλα, πάτσες (σύκα), μούσμουλα, σούρβα, ρόδια, κυδώνια και κυδωνόπαστο, τήλιο, λισφακιά χαμομήλι, σαμπούκο, μούρο, μαλλί για φανέλες-κάλτσες και τραγόμαλλο για υπόδηση, σαπούνι από παλιόλαδα επίσης.

Για το απαραίτητο ψωμί, πηγαίναν οι άντρες στον κάμπο, δουλεύανε στο θέρο και για πληρωμή παίρνανε στάρι. Λίγο λίγο το άλεθαν σε μικρούς νερόμυλους, γύρο από το χωριό η και σε διπλανά χωριά μέχρι και το αντάρτικο. Μετά στα Παλιά, στο Βόλο.
Κότες ίσα με 20-30, γίδες - προβατίνες 5-10 και 1-2 μουλάρια και γαϊδούρια. Κάθε σπιτικό λέμε.

Τα σκουπίδια ήταν κάτι το άγνωστο. Απλά δεν υπήρχαν, αφού δεν υπήρχαν συσκευασίες.... τα οργανικά τα τρώγανε οι κότες, γάτες, σκύλοι. Σε μια άκρη του οικοπέδου θα έβλεπες καμιά οπλή από γελάδι (πατσαρίσια...) και ίσως κάποια άδεια κονσέρβα. Θ' αγόραζαν μόνο τα ελάχιστα που δεν μπορούσαν να πάρουν απ' το πλούσιο στην απόδοσή του είναι αλήθεια, τόπο. Ύφασμα για τον ρουχισμό, πετρέλαιο, σπίρτα κι αλάτι απ'το μονοπώλιο στον Αη Γιάννη, κουτιά ρέγκες και παστά, ζάχαρη, καφέ άψητο, λίγα μπαχαρικά, εργαλεία, παπούτσια για καλά. Αυτά.

Όλος αυτός ο κάματος για την επιβίωση, διασκεδαζόταν σε γάμους, βαφτίσια, ονομαστικές γιορτές, πανηγύρια και στα νυχτέρια της γειτονιάς.





τόξο, γκόλφ και κυνήγι αλεπούς γιόκ!
:)


 καλές βολές σύντροφοι!


Υγ. νέες φωτό μετρά την πώληση και την ανακαίνιση:












6 Φεβ 2012

χρόνος, σαν άμμος

στην φωτό του Γρηγόρη Κακανάκη,
βλέπεις πως "κόβαμε" τα νύχια μας πιτσιρίκια...
σκάβοντας πηγάδια στην άμμο,
μέχρι να βρούμε θάλασσα,
φτιάχνοντας Φράγματα στα ρέματα,
να γίνουν λιμάνια,
να πλέξουν τα τσίγκινα καϊκια,
να κουβαλήσουνε εμπόρευμα, για τα Μαγαζιά,
στην αντιπέρα όχθη. Μεγάλο και επικίνδυνο ταξίδι.
είχε απ' όλα. φουρτούνες, πειρατές και
Λαιστρυγόνες....
την Κύρκη και την σκοτεινή της δύναμη, δεν την γνωρίζαμε τότε, άρα δεν υπήρχε...
την άλλη μέρα το Φράγμα κάπου είχε Σπάσει,
με ομαδική δουλειά το ξαναφτιάχναμε....
άμμος στις ρίζες των μαλλιών,
στην μύτη, στ'αυτιά, στο στόμα, μα και στο βρακί,
οι φωνές τών μανάδων,
ο Δάσκαλος στην βόλτα...
ο σκύλος χαρούμενος...

15 Απρ 2011

μη, μην το πείς...

 

 
Μη,
μην το πεις
οι παλιοί μας φίλοι,
μην το πεις,
για πάντα φύγαν.

Μη,
το μαθα πια,
τα παλιά βιβλία τα παλιά τραγούδια,
για πάντα φύγαν.

Πέρασαν,
οι μέρες,
που μας πλήγωσαν,
οι μέρες,
που μας πλήγωσαν,
γίνανε
παιχνίδι,
στα χέρια,
των παιδιών.

Η ζωή αλλάζει,
δίχως να κοιτάζει,
τη δικιά σου,
μελαγχολία.
κι έρχεται η στιγμή,
για ν' αποφασίσεις με ποιους θα πας,
και ποιους θ' αφήσεις.

Πέρασαν,
για πάντα
οι παλιές ιδέες,
οι παλιές αγάπες
οι κραυγές γίνανε,
παιχνίδι,
στα χέρια,
των παιδιών.

Όμορφη είναι αυτή η στιγμή,
να το ξαναπώ,
όμορφη,
να σας μιλήσω.
βλέπω πυρκαγιές,
πάνω από λιμάνια πάνω από σταθμούς,
κι είμαι μαζί σας.

Όταν,
ο κόσμος μας θα καίγεται,
όταν τα γεφύρια πίσω μας θα κόβονται,
εγώ,
θα είμαι εκεί να σας θυμίζω,
τις μέρες,
τις παλιές.



Μη, μην το πείς



και να σκεφτείς, κάποιοι, μιλάνε και λένε, " ο Σαββόπουλος το ένα ο Σαββόπουλος το άλλο"...




.

6 Σεπ 2010

Kassai, Bear

ο Μάστορας, ρούφηξε μια γουλιά καφέ, γλυκό έως σορόπι, τράβηξε και μια τζούρα απ' το τσιγάρο. Camel άφιλτρο, έξυσε το δεξί του βρεγματικό, έκανε κάτι σχήματα σαν γράμματα αρχαίας χαμένης γλώσσας στο χαρτί, ξανατράβηξε τζούρα τσιγάρο, Camel είπαμε, άφιλτρο, με κοίταξε σκεφτικός και το ξεφούρνισε...
"παλικάρι; θέλει τρεις βδομάδες για να γίνει αυτό το τόξο. και μιλάμε για καλή δουλειά ε;... τι λες;"


ότι πεις Μάστορα.... ότι πεις....   θα είναι κάλλιο όπως το βλέπω;

... και καλύτερο, χε χε...!!!

...πάρε την προστάντζα και βάλε μπρος...


Υγ. το καλύτερο (και ακριβώτερο όμως..) εργαστήριο όμως είναι εδώ... 

14 Μαΐ 2009

η καλή μέρα, απ'το πρωί φαίνεται...

μια παράξενη ησυχία, απλώνεται μέσα στο χωριό. την ύφανε η νύχτα. την ξηλώνει, ένα ακούραστο αηδόνι στη ρεματιά και, μετά από μέρες απόλυτης λαδιάς, ένας φλοίσβος απ' τα παλιά. προ ανθρώπου. 05:00 με μια κούπα πηχτό και σκέτο καφέ στην βεράντα, κοιτώ την Αφροδίτη, πάνω από τον Λεβάντε και τον Δία πιο ψηλά, Οστροσορόκο. και αυτοί με κοιτούν. αρχίζει να φέγγει 

είναι κι άλλοι στην γύρα. ο Δημήτρης ο φούρναρης. αφού έβαλε στον φούρνο το ψωμί, κάνει συρτή για κάνα μελανούρι, μπροστά απ' το εγκαταλειμμένο "Αιγαίον". έχει μια ώρα μπροστά του.

ο μαύρος σκύλος χωρίς όνομα, με την κομμένη ουρά. απ' αυτούς που αφήνουν τα καλοκαίρια στα χωριά μετά τις διακοπές. από χαριτωμένο κουτάβι έγινε μπελάς! 

η Κατερίνα στο μανάβικο, πρωινή κι αυτή, απλώνει την πραμάτεια κάνοντας το δεύτερο τσιγάρο. με τον καφέ αργότερα το τρίτο. αυτό το τσιγάρο θα... άστο....

στήνω το στόχο, δένω το τόξο, δοκιμάζω την χορδή. μες το χάραμα μου ακούγεται οικεία. ντούμμμμμ ντούμμμμμ... είναι πρώτη φωνή - ηχόχρωμα φίλου. η ρεματιά παρακάτω, έχει ρόλο ισοκράτη και τον χαίρεται. 30μ. out!!! πάλι δεν άλλαξα ρύθμιση στο σκοπευτικό! ένα βέλος λιγότερο! δεν ταράζομαι, ούτε κατά ένα μικρόν. το δεύτερο μέσα. και άλλα 10. και άλλα 11. κάπως σαν να άρχισα να ζεσταίνομαι. μετά από μισή ώρα πάω στα 50μ. ρίχνω χωρίς κιάλι. ούτε βλέπω που πάνε. όταν πάω να μαζέψω, βρίσκω ένα ωραίο μπουκέτο. καλά πάει η μέρα! άντε και 70μ. βγήκε το ψωμί και, η μυρωδιά σαν φιλί, μου κόβει τα γόνατα. το group είναι καλό και με βάζει σε φανταστική μονομαχία με τον super ημίθεο PARK Kyung-Mo (KOR)... ΧΑΝΕΙ στον πόντο... 111 - 110!!! καημένε Μο, που νά 'ξερες... πάλι καλά που δεν πήγαμε σε μπαράζ. 

οι εργάτες που στήνουν την Χανθ, βγαίνουν ένας ένας, τους χτυπά ο πρωινός ήλιος ανάμεσα απ' τα πλατανόφυλλα και τους ζαλίζει. με το ένα χέρι σκεπάζουν τα μάτια και με το άλλο τραβούν το παντελόνι. 

τα μαζεύω προς τα εμπρός. 2 φαρέτρες στα πενήντα. 2 και στα τριάντα. τα σέα στο Kangoo. 

η Κατερίνα καθαρίζει ψάρια και δίνει τα εντόσθια στην γάτα. τσιγάρο 8ον... η Λίζα, στην πόρτα του Άνεσις, παραπονιέται σκυλίσια, απαντώ ανθρωπινά...
καλή μέρα

17 Φεβ 2009

το 3ο κονσέρτο για βιολί, σε E major, του Niccolò Paganini, ο Λεωνίδας Καββάκος και η Συμφωνική Ορχήστρα του Βόλου...

  αρκετά. ως εδώ, είπε ο Λεωνίδας. είπαμε να βοηθήσουμε την επαρχία, αλλά τούτοι δω δεν παίρνουν τα χέρια τους...

  το κομμάτι δεν έτρεχε. βαλτωμένο και θαμπό, αργοσερνώτανε στην ανηφόρα που η ιδιοφυία του Paganini σχεδίασε το 1826, και το αστέρι του Καββάκου, ματαίως, προσπαθούσε να ζωντανέψει το 1992 στο δημοτικό θέατρο του Βόλου. στην πλατεία, ως συνήθως, λίγοι το καταλάβαιναν, και αυτοί έκαναν υπομονή. έδειχναν κατανόηση. πολύ καλύτερο απ' το τίποτα. εξ άλλου δικοί μας άνθρωποι, δεν θα τους κράξουμε κιόλας! οτι μπορούν κάνουν. οι υπόλοιποι, όπως πάντα, δεν είχαν χαμπάρι. είχαν βγει κοσμική βόλτα και χειροκροτούσαν στην παραμικρή παύση. ο εφιάλτης της ορχήστρας. στην δεύτερη άκαιρη διακοπή o Συμεών τους έβαλε χέρι. καταραμένοι χωριάτες, ανάθεμα την ανάγκη μου. λούφαξαν.

  η ορχήστρα του Βόλου, δεν είχε αστέρια, δεν ήταν και για πέταμα. αποτελούνταν από νέα παιδιά, στο πτυχίο τους από το ωδείο του Δήμου και από οικονομικούς μετανάστες, από τις χώρες της πρώην ΕΣΣΔ. πρώτο βιολί και βιολοντσέλο κυρίες κοντά στα 50, όμορφες στην δύση τους, που σίγουρα είχαν λιώσει πολλά δοξάρια και χορδές, σε αμέτρητες ώρες μελέτης, σε αίθουσες γκρίζες και πάντα κρύες, κάτω απ' το αγριωπό, αφ' υψηλού βλέμα, του Στάλιν και του Λένιν. διευθυντής, ο Συμεών Γκόγκαν. πρώην σοβιετικός και αυτός. Βλαδιβοστόκ, Νοβοσιμπίρσκ, Ιρκούτσκ, Νόβγκοροντ, Μπατούμι, Βόλος. πάντα στην άκρη. μάστορας όμως. κουρασμένος όμως. απ' τις εξορίες. να πείς λοιπόν, πως δεν ήταν κάτοχοι της τέχνης τους, βαρύ θα ήταν και άστοχαστο. και όμως σαν αρχάριοι, σαν δημόσιοι υπάλληλοι που ερμηνεύουν εγκυκλίους, με το μάτι κολλημένο στην παρτιτούρα, μην και χάσουν καμμιά νότα η παύση, εμπόδιζαν το κομμάτι να λάμψει, ν' απογειωθεί.


  αρκετά, ως εδώ, δεν πάει άλλο, είπε ο Λέων ασφυκτιώντας.

  δεν μπορούσε να δεχθεί την μετριότητα. και παρακάμπτοντας την ιεραρχία και τους τύπους γύρισε την πλάτη στην σάλα και στον Συμεών. κοιτάζοντας στα μάτια την Πρώτο βιολί και υπερβάλλοντας στις κινήσεις του, της πέρασε μέρος απ' το πληθωρικό του ταλέντο και ορμή, απ' την απαστράπτουσα τεχνική και κατανόησή του. την πήρε απ' το χέρι και την παρέσυρε. ξεγέλασε τους φόβους της, την αποπλάνησε.

  όπως καταλαβαίνεις έγινε ένας πανικός, κάποια μέτρα της παρτιτούρας πήγαν χαμένα, η Πρώτο βιολί αναψοκοκκίνησε, αλλά ας έκανε κι αλλιώς! πιασμένη απ' την χείρα βοηθείας, και αναστατωμένη απ' τα μαύρα μάτια του Λεωνίδα, που την διαπερνούσαν, την τεμάχιζαν σε ρυθμό 3/4 και ξεσήκωναν ανέμους παλιούς, θυμήθηκε τα νιάτα της, τότε που με το θράσος και την αφοβιά της εφηβείας, τιθάσευε με την ίδια ευκολία, δύσκολα κομμάτια του προκλασσικού ρεπερτορίου και νεαρούς κομσομόλους, αυτούς με το στάχυ στα δόντια και το κόκκινο φουλάρι στο λαιμό. η κυρία πρώτο τσέλο ακολούθησε με χαρά. κι αυτή ασφυκτιούσε τόσα χρόνια, στην επαρχία της επαρχίας της Ευρώπης, αυτή μια Μοσχοβίτισα, ας όψονται οι πολιτικές. από κοντά και οι νεαροί με τα σπυράκια, και τις μεγάλες προσδοκίες. και οι κοπέλες με το πιάνο και τα γαλλικά, οι προσιτές μόνο για τον πρίγκιπα με το λευκό άτι Ανδαλουσίας. η ορχήστρα διασώθηκε. ο Συμεών Γκόγκαν κοιτούσε αμήχανος, οι γνώστες ακροατές χαμογελούσαν, οι υπόλοιποι το θεώρησαν σταριλίκι του Καββάκου. την άλλη μέρα, το σχολίασαν η Θεσσαλία και ο Ταχυδρόμος στα καλλιτεχνικά.


  με τους ίδιους αμήχανους συντελεστές, με τα ίδια όργανα, με το άγγιγμα και μόνο, της ιδιοφυίας - ταλέντου του Λεωνίδα, αλλά και της καλά σφυρηλατημένης τεχνικής του στο αμόνι της επανάληψης, ο βάλτος έγινε ουρανός και έζησαν αυτοί καλά, και εμείς καλύτερα.
και ο νοών νοήτω... ο δε έχων ώτα, ακούειν ακουέτω...

ΥΓ : συνέχεια του " ο φόβος του τοξότη μπροστά στον στόχο"

21 Νοε 2008

τροφοσυλλέκτες - κυνηγοί

θυμάμαι, μέρες που πήρα την τροφή μου απ' την φύση.
με νοσταλγία.
απ' την θάλασσα, απ' τον γιαλό, απ'το δάσος.

pic 123οι βάρκες να ακουμπάνε μια με την άλλη, "για να τα κρατήσουμε", να χτυπούν τα πλευρά τους, μεσ' την ομίχλη και σ'ένα φως διάχυτο, χωρίς σκιές, πρύμνα πλώρα οι πετονιές και ένας στη μέση να ξεψαρίζει εναλλάξ το τσαπαρί με τα 18 αγκίστρια με χάντρες, πατέντα ντόπια, το σπαρτάρισμα των ψαριών, τα πειράγματα και τα κουτσομπολιά, η μυρωδιά του σέρτικου καπνού και της βενζίνας, οι ήχοι της στεριάς, κουβέντες, ένας κόκορας, ένας γαϊδαρος, μια καμπάνα, να ακούγονται σαν νa 'ναι δίπλα, και ο αέρας π' αργά τ' απόγεμα κατεβάζουν οι ρεματιές, γλυκός απ'το ρείκι, το χορτάρι και μια υποψία σάπιου φύλλου. και μετά μεσ' το σούρουπο, όλοι μαζί να τραβήξουν και να ασφαλίσουν τις βάρκες, η κάθε μια κάτω απ'το σπίτι του αφεντικού. να γίνει η μοιρασιά, το μερίδιο της βάρκας χώρια. όταν το σαυρίδι ήταν πολύ, γινόταν και σούπα, με το ψάρι μέσα σε τούλι και από κι στις κότες... "να φάν' κι κότες!" από κι βγήκε...

τροφοσυλλέκτες κυνηγοί. και η αλληλέγγυα κοινωνία τους.
τους θυμάμαι μες την μαύρη νύχτα να τραβάμε τις βάρκες πιο ψηλά, σε ξαφνικές αλλαγές του καιρού, "κρέμασε...", μεσ' στο κύμα που έφτανε φρέσκο, συντονισμένοι στο χαμό σαν ένας άνθρωπος.



στο θέμα δάσος όμως και στις λεπτές αποχρώσεις του σηκώνω τα χέρια.

στο δάσος για μανιτάρια!
και κάστανα απ' του γείτονα!!!

είναι πιο γλυκά τα κάστανα του γείτονα.
όλοι το ξέρουν.
μια εικόνα θα σου περιγράψω, που είναι και η τελευταία πριν την έκπτωση απ'τον παράδεισο.


990912-004το σούρουπο με βρήκε στις παρυφές του δάσος της οξιάς, εκεί που συναντά τις ήμερες καστανιές. κάτω, τα δυό αντιμέτωπα στο Μέγα Ρέμα χωριά, Ανήλιο και Μακρυράχη, ίσα που ξάκριζαν μες το σύννεφο, παρακάτω το πέλαγο δεν φαινόταν αλλά το άκουγες, εκεί ήταν. έκατσα, καθάριζα κάστανα και τα 'τρωγα ωμά. άρχισε να πέφτει μια ψιλή βροχή και τα κίτρινα πεσμένα φύλλα πήραν ζωή, χόρευαν και τραγουδούσαν. έγειρα πίσω, δίπλα στο σακίδιο με τα μανιτάρια. νερανζούλες, καλοεράκια, βασίλες, αυτάκι, γουργουλιάνες.

εκεί και έμεινα...πίστεψέ με...

κάμποσα χρόνια μετά, αμέσως μόλις έπεσε η ιδέα "να πάρουμε ένα τόξο για το Πήλιο" απ'τον Ακη - κουμπάρο, ξεφύτρωσε Εικόνα 034η τοξοβολία απ'τα αρχέγονα κύτταρα και μνήμες. για να με συνδέει με τις μέρες που ήμουν Άνθρωπος, κυνηγός- τροφοσυλλέκτης, και όχι πελάτης της Eurobank-υπέρβαρος καταναλωτής. γιατί έφτασε ο "πολιτισμός" και στο χωριό. δεν τραβάμε τις βάρκες στο γιαλό. είναι οι ομπρέλες και τα beachboys πια εκεί, και όλοι έχουν από ένα τζίπ-τρειλερ. δεν ήμαστε πια αλληλέγγυοι, αλλά ανταγωνιστές στην τουριστική πίτα. έχουμε λιμάνι με 50 ευρώ τον μήνα. το λιμεναρχείο, ναι έχουμε και απ'αυτό, ζητά την μάνα του και τον πατέρα του για να βγάλεις 2 ψάρια. γιατί τέλος, όταν το δάσος δίνει μανιτάρια, εγώ πουλάω δωμάτια με θέα, aircoditioner και Internet.


όχι, ευχαριστώ... DASOS1δεν είμαι έμπορος, δεν συσσωρεύω πλούτο, είμαι κυνηγός. πιάνω το τόξο και αναριγώ μαζί με τους κυνηγούς προγόνους που ζουν μεσ' το αίμα μου. αυτοί με οδηγούν να θέλω με επιμονή την τέλεια βολή, γιατί ο κυνηγός  μια βολή έχει, όχι 72. κάθε φορά που κάνω το λάθος, το βάρος της φυλής που θα μείνει χωρίς τροφή είναι αυτό που με πιέζει και με βλέπεις μαύρο και σκοτεινό. χαρά και αλεγρία σε κάθε επιτυχία. δεν είναι για μένα, δεν είναι για μένα. αμέτρητοι πρόγονοι χαίρονται μαζί μου στο τσιμπούσι κάτω απ'το φεγγάρι, δίπλα στην φωτιά.

καλές βολές σύντροφοι...